άνισο(ν)

το (ΜΑ ἄνισον)
κοινή σήμερα ονομασία τού φυτού Pimpinella anisum, το γλυκάνισο ή ανασόνι.
[ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. τ., συγγενής με τους τ. ἄννησον, ἄνησον ή ιων. ἄννητον, ἄνητον και πιθ. με τον τ. ἄνηθον, που μαρτυρούνται στη Σαπφώ, στον Αλκαίο, στον Ηρόδοτο και από όπου πιθ. προήλθε].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • γλυκάνισο — ονοετής πόα, της οικογένειας των σκιαδοφόρων. Η επιστημονική του ονομασία είναι πιμπινέλα το άνισο. Καλλιεργείται από την αρχαία εποχή για τα σπέρματά του, τα οποία μαζεύονται λίγο πριν ωριμάσουν τελείως, γιατί τότε πέφτουν και σκορπίζονται. Το… …   Dictionary of Greek

  • Insect wing — Original veins and wing posture of a dragonfly. Hoverflies hovering to mate …   Wikipedia

  • Flügel (Insekt) — Die Beschäftigung mit dem Insektenflügel gehört zu den zentralen Themen der Entomologie, der Lehre von den Insekten. Das Verständnis seiner Entstehung und seiner Formenvielfalt stellt eine große Herausforderung für viele biologische… …   Deutsch Wikipedia

  • Insektenflügel — Die Beschäftigung mit dem Insektenflügel gehört zu den zentralen Themen der Entomologie, der Lehre von den Insekten. Das Verständnis seiner Entstehung und seiner Formenvielfalt stellt eine große Herausforderung für viele biologische… …   Deutsch Wikipedia

  • αίσυλος — αἴσυλος, ον (Α) απρεπής, ασεβής, κακός (αντίθ. τού αίσιμος*). [ΕΤΥΜΟΛ. Αγνωστης ετυμολ. Κατά τον Fraenkel, η λέξη συνδέεται με το επίθ. ἴσος: αἴσυλος= α(F)ίσσυλος < *α Fιδ σFος (=άνισος), οπότε αἴσυλος (ή ἀ(F)ίσσυλος, όπως τό διαβάζει ο… …   Dictionary of Greek

  • ανίσως — (I) (Μ ἀνίσως) σύνδ. υποθ. που συνεκφέρεται συνήθως με το και και εισάγει: 1. υποθ. προτάσεις «Ανίσως κι άλλον αγαπώ και θέλω για να φύγεις, σπαθί βαστάς στη μέση σου κόψε μου το κεφάλι» δημοτ.) 2. πλάγιες ερωτηματικές («τον ρώτησε ανίσως κι… …   Dictionary of Greek

  • ανισίτης — ἀνισίτης, ό, θηλ. ἀνισῑτις, ίτιδος (Μ) αρωματισμένος με άνισο …   Dictionary of Greek

  • ανισοσκελής — (ούς,) ές (Α ἀνισοσκελής) αυτός που έχει άνισα σκέλη νεοελλ. φρ. 1. «ανισοσκελές τρίγωνο» τρίγωνο του οποίου οι δύο μεγαλύτερες πλευρές έχουν άνισο μήκος 2. «ανισοσκελής προϋπολογισμός» εκείνος ο οποίος δεν έχει ισοσκελισμένα έσοδα και έξοδα …   Dictionary of Greek

  • ανισοϋψής — ές (Α ἀνισοϋψής, οῡς) αυτός που έχει άνισο ύψος σε σχέση με κάποιον ή κάτι άλλο …   Dictionary of Greek

  • ανισούχος — ον αυτός που περιέχει άνισο*. [ΕΤΥΜΟΛ. < άνισον «γλυκάνισο» + ούχος < έχω. Η λ. μαρτυρείται από το 1876 στον καθηγητή της φαρμακολογίας Θεόδωρο Αφεντούλη («ανισούχος ρακή» κ.ά.)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.